Όταν ο άνθρωπος οραματίζεται να κλειδώσει μέσα σε ένα έργο τέχνης όπως ο Παρθενώνας, όλη την αγάπη που κρύβει για την ζωή, την δημιουργία και τον Άνθρωπο, τότε όλες οι βοήθειες που χρειάζεται για να πραγματοποιήσει το έργο, θα είναι εκεί και θα τις βρει, στην πορεία.

Όπως τότε που οι Έλληνες έκτιζαν Παρθενώνες, στην κυριολεξία και μεταφορικά.

Το έργο που ονομάσθηκε «Παρθενώνας» και με αυτό το όνομα έφθασε μέχρι τις ημέρες μας, είναι χαρακτηριστικό της νοοτροπίας των Ελλήνων και της πίστης τους στις ανώτερες δυνάμεις της διανοίας τους, τόσο της συλλογικής, όσο και των ατομικών της εκφράσεων.

Το ίδιο το έργο υπερέβαινε κατά πολύ τις δυνάμεις, οικονομικές και τεχνικές, της κοινωνίας τους, τις γνώσεις που διέθεταν και τις δεξιότητες που κατείχαν. Όμως το επιχείρησαν.

Και όχι μόνο το επιχείρησαν, αλλά κατόρθωσαν να φτιάξουν ένα Σύμβολο, που σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης, όταν το βλέπουν αναγνωρίζουν την Ελλάδα, που άντεξε την φθορά 25 αιώνων και που είναι ευχής έργον το ότι κατάφεραν να το πραγματοποιήσουν.

Η Αθήνα που αποφάσισε να αναλάβει ένα τέτοιο έργο, δεν είναι η Πόλη του χρυσού αιώνα, με την ωραία ανάπτυξη, τους θαυμάσιους λόγους στην Πνύκα και τους στοχαστικούς διαλόγους των φιλοσόφων.

Είναι μια Πόλη κατεστραμμένη από τους Περσικούς πολέμους, γεμάτη ερείπια, με μανάδες που έχουν θάψει τους γιους τους, με οικογένειες που θρηνούν θύματα του πολέμου, με την οδυνηρή επίγνωση ότι η ήττα δεν θα ήταν και σημαντικά διαφορετική από την νίκη, σε όρους της μετά τον πόλεμο επιβίωσης.

Όταν μια τέτοια εικόνα ερήμωσης και καταστροφής κυριαρχεί, χρειάζεται πολλή Αγάπη για να καταφέρει η Πόλη να ανασυγκροτηθεί και να ανακτήσει τις λειτουργίες της. Και χρειάζεται αυτή η Αγάπη να έχει τρεις μορφές: της αγάπης προς τον άνθρωπο, όπως αυτή εκδηλώνεται στην πίστη όλων ότι μπορούν να καταφέρουν, όλοι μαζί, ένα τόσο δύσκολο έργο που υπερβαίνει κατά πολύ τις δυνάμεις τους.

της αγάπης προς τον Θεό, όπως αυτή εκδηλώνεται στην υπέρμετρη πεποίθηση όλων ότι ένα Έργο που έρχεται αρχικά ως ισχυρός οραματισμός σε μια ομάδα επιφανών ανδρών της Πόλης, μπορεί και πρέπει να υλοποιηθεί, γιατί μέσα του κρύβει την βοήθεια του Θεού προς την Πόλη.

της αγάπης προς την κοινωνία, όπως αυτή εκδηλώνεται στην θαυμάσια ομόνοια που όλοι ανέπτυξαν, στο θάρρος, στην επιμονή, στην καθημερινή εργασία, στην συνεργασία, στην ανταλλαγή ιδεών και σε όλες εκείνες τις θαυμάσιες ιδιότητες που όλοι αναπτύσσουν όταν αυτοβούλως συμμετέχουν σε ένα Έργο, που αναγνωρίζουν ότι είναι εκ Θεού.

Ίσως για αυτό ο Παρθενώνας είναι ανυπέρβλητο Σύμβολο, μέχρι σήμερα. Γιατί προέρχεται από την αγάπη, δημιουργήθηκε με αγάπη και κτίσθηκε με περίσσευμα Αγάπης.

Σήμερα, περιοριζόμαστε να υμνούμε το κάλλος που αβίαστα αναδύεται, την αρμονία των όγκων, τις περίφημες εκλεπτύνσεις και τις αόρατες δομές που αναδεικνύουν την ομορφιά του Παρθενώνα. Ίσως γιατί στην εποχή μας έχουμε γίνει πολύ μεταφυσικοί και λησμονήσαμε τις πραγματικές, γήινες αρετές του πολιτισμού μας.

Ενός πολιτισμού που φτιάχτηκε μόνος του, ακόμα και αν είχε επιρροές από τους γείτονές του τις ενσωμάτωσε πλήρως στις δομές του, ενός πολιτισμού ελάχιστα μεταφυσικού και απολύτως προσγειωμένου σε ό,τι αφορά στα ζητήματα της ζωής.

Γιατί οι Έλληνες ήταν ενορατικοί, από την φύση τους. Επομένως αν κάποιος ερχόταν και τους περιέγραφε το Όραμα για τον περίλαμπρο Ναό της Πόλης τους, απλώς θα τον άκουγαν προσεκτικά, θα κούναγαν συγκαταβατικά το κεφάλι και θα έλεγαν «Πάλι μίλησαν οι θεοί. Ας τον ακούσουμε, τι έχει να μας πει».

Γιατί οι Έλληνες πίστευαν αυτονοήτως στην καλή τους τύχη, εφόσον βέβαια τα είχαν καλά με τους θεούς. Πράγμα που σήμαινε ότι όταν οι θεοί μιλούσαν, δια στόματος κάποιου από τους συμπολίτες τους πάντα, φρόντιζαν οι ίδιοι να ευθυγραμμιστούν με τις θελήσεις τους, γιατί ποιος δεν χρειάζεται μπόλικη καλή τύχη στην ζωή του; Τόσο απλά.

Γιατί οι Έλληνες ήταν ευφυείς από επιλογή και όχι τυχαία. Ήταν ευφυείς γιατί αγαπούσαν τα έργα της διανοίας, τα δύσκολα έργα που τους διέκριναν από τους βαρβάρους, όπως τα Ομηρικά Έπη και οι τραγωδίες του Σοφοκλή και του Ευριπίδη, τα παρακολουθούσαν και τα φρόντιζαν και όταν αυτά έλειπαν από την Πόλη τους ανησυχούσαν, γιατί κάτι δεν πήγαινε καλά και ηρεμούσαν μόνο όταν μια καινούρια φωνή που προμήνυε ένα μεγάλο Έργο ακουγόταν ξανά ανάμεσά τους.

Βιργινία Φατσή
Αθήνα, 25 Οκτωβρίου 2016